ΚΑΤΑΡΡΑΚΤΗΣ

Ο καταρράκτης εμφανίζεται όταν με την πάροδο των ετών, ο κρυσταλλοειδής φακός του ματιού σταδιακά χάνει την διαύγειά του. Στην πιο συνήθη μορφή του, ο καταρράκτης εμφανίζεται μετά την ηλικία των 60 (γεροντικός καταρράκτης), χωρίς όμως να αποκλείονται περιπτώσεις  εμφάνισης της οφθαλμικής αυτής πάθησης σε νεότερη ηλικία λόγω

 

    • συστηματικών ή οφθαλμολογικών νοσημάτων,
    • από τη λήψη φαρμάκων,
    • μετά από κάποιον τραυματισμό (μετατραυματικός καταρράκτης) ή
    • σπανιότερα ως εκ γενετής (συγγενής καταρράκτης).

 

Η μειωμένη όραση (μακρινή ή κοντινή) είναι το βασικό σύμπτωμα της συγκεκριμένης πάθησης.  Σε αρχικό στάδιο, ο καταρράκτης μπορεί να αντιμετωπιστεί προσωρινά με διορθωτικά γυαλιά, αλλά η ολοκληρωτική θεραπεία του καταρράκτη πραγματοποιείται με χειρουργική επέμβαση υψηλής ασφάλειας με τη χρήση προηγμένης τεχνολογίας.

 

ΓΛΑΥΚΩΜΑ

Το γλαύκωμα είναι μια οφθαλμική πάθηση η οποία οδηγεί προοδευτικά σε βλάβη του οπτικού νεύρου. Πιο συχνά παρουσιάζεται σε άτομα με ιστορικό γλαυκώματος στην οικογένεια, είναι δηλαδή μια κληρονομική πάθηση σε ποσοστό 20%. Προκαλείται βασικά από αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση η οποία δημιουργείται συνήθως λόγω  προβλήματος κατά την αποχέτευση και συσσώρευση του υδατοειδούς υγρού στον  οφθαλμό.

 Το γλαύκωμα είναι μια πάθηση που μας υπενθυμίζει το πόσο σημαντικός είναι ο τακτικός οφθαλμολογικός έλεγχος καθώς τις περισσότερες φορές δεν δίνει κανένα σύμπτωμα και βρίσκεται τυχαία κατά την διάρκεια μιας εξέτασης.

Σε περίπτωση  που ο ασθενής προσέρχεται στο τελευταίο στάδιο της πάθησης και δεν έχει διαγνωστεί, έχει σημαντική απώλεια του οπτικού πεδίου ή της όρασης. Στόχος στην θεραπεία για το γλαύκωμα είναι η ελάττωση της ενδοφθάλμιας πίεσης. Συνήθως αντιμετωπίζεται αρχικά με τη χορήγηση κολλυρίων (οφθαλμικές σταγόνες).

Στην περίπτωση που η φαρμακευτική αγωγή δεν αποδεικνύεται αποτελεσματικήεφαρμόζονται

 

    •  Θεραπείες με laser
    •  ή χειρουργική επέμβαση.

 

 

  ΚΕΡΑΤΟΚΩΝΟΣ

Ο κερατόκωνος  είναι μια πάθηση που αφορά τον κερατοειδή χιτώνα του οφθαλμού. Χαρακτηρίζεται από εξελισσόμενη λέπτυνση του κερατοειδή κεντρικά ή παρακεντρικά με τελικό αποτέλεσμα αυτός να παίρνει κωνικό σχήμα. Η παραμόρφωση της επιφάνειας αυτής επιδρά στην ποιότητα της όρασης. Εμφανίζεται συχνά σε μεσογειακές χώρες π.χ. στην Ελλάδα εμφανίζεται περίπου σε 2/1.000 κατοίκους. Ως προς τα αίτια του κερατόκωνου, μπορούμε να αναφέρουμε

 

    • την κληρονομικότητα,
    • κάποιον τραυματισμό στον οφθαλμό ακόμα και
    • λόγω κάποιας αλλεργικής επιπεφυκίτιδας σε συνδυασμό με έντονο τρίψιμο των οφθαλμών.

 

Η νόσος εκδηλώνεται συνήθως στην εφηβεία  σαν προοδευτικώς εξελισσόμενος ανώμαλος αστιγματισμός που προσωρινά μπορεί να διορθωθεί με γυαλιά ή μαλακούς φακούς επαφής. Στη συνέχεια η πάθηση μπορεί να συνοδεύεται από μέτρια αλλά και σοβαρή πτώση της οράσεως και φωτοφοβία και μπορεί να αντιμετωπισθεί

 

    1. με άκαμπτους αεροδιαπερατούς φακούς επαφής,
    2. μέθοδο σταθεροποίησης του πάσχοντα κερατοειδή (CrossLinking),
    3. ενδοκερατοειδικούς δακτυλίους,
    4. ή με χειρουργική μεταμόσχευση κερατοειδούς.

 

 

ΗΛΙΚΙΑΚΗ ΕΚΦΥΛΙΣΗ ΩΧΡΑΣ ΚΗΛΙΔΑΣ

Ο αμφιβληστροειδής είναι ένας λεπτός χιτώνας στο πίσω μέρος του οφθαλμού ο οποίος είναι ευαίσθητος στο φως και μπορεί να παρομοιαστεί με το φωτογραφικό φιλμ διότι αποτυπώνει τα οπτικά ερεθίσματα που μεταδίδονται στον εγκέφαλο. Η ωχρά κηλίδα είναι το κεντρικό τμήμα του αμφιβληστροειδή. Στο σημείο αυτό εστιάζεται το φως όταν κοιτούμε ένα αντικείμενο, είναι υπεύθυνη για την κεντρική και ευκρινή όραση (λεπτομέρειες των αντικειμένων), καθώς και για την αντίληψη των χρωμάτων.

Οποιαδήποτε αλλοίωση στην περιοχή της ωχράς κηλίδας, μπορεί να προκαλέσει επιπλοκές στην όραση. Η πάθηση αυτή της ωχράς κηλίδας είναι η κυριότερη αιτία απώλειας της όρασης στον δυτικό κόσμο σε άτομα άνω των 60 ετών και διακρίνεται σε δύο μορφές.

 

    1. Η ξηρή (μη εξιδρωματική ή ατροφική) η οποία εξελίσσεται αργά και αντιστοιχεί στο 90% των περιπτώσεων των ασθενών είναι η λιγότερο επικίνδυνη μορφή και τα συμπτώματα που προκαλεί είναι ‘κενά’ ή σκοτώματα στην κεντρική όραση.
    2. Η υγρή (εξιδρωματική) μορφή είναι η πιο σοβαρή μορφή, που μπορεί να οδηγήσει σε απότομη και μεγάλη απώλεια της όρασης. Από τα πρώτα συμπτώματα που παρουσιάζονται στον πάσχοντα, στα αρχικά στάδια της υγρής μορφής, είναι οι μεταμορφοψίες και η θολή όραση. Ευθείες γραμμές παρουσιάζονται παραμορφωμένες, καμπύλες ή μπερδεμένες μεταξύ τους.

 

       Παράγοντες κινδύνου είναι:

 

    • η  γήρανση,
    • το κάπνισμα,
    • η έκθεση στον ήλιο (υπεριώδης ακτινοβολία),
    • η κληρονομικότητα
    • η παχυσαρκία.

 

Τα τελευταία χρόνια υπάρχει πολύ μεγάλη πρόοδος στην θεραπεία της πάθησης αυτής, ενώ συνεχώς δοκιμάζονται νέες θεραπείες. Ο οφθαλμίατρος, ανάλογα με την μορφή και το στάδιό της, θα σας προτείνει την κατάλληλη θεραπεία. Αυτή μπορεί να περιλαμβάνει

 

    • συμπληρώματα διατροφής,
    • ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης,
    • ενδοϋαλοειδικές ενέσεις,
    • φωτοδυναμική θεραπεία  και
    • φωτοπηξία με laser.

 

 

ΑΠΟΚΟΛΛΗΣΗ ΥΑΛΟΕΙΔΟΥΣ / ΑΠΟΚΟΛΛΗΣΗ ΑΜΦΙΒΛΗΣΤΡΟΕΙΔΟΥΣ

Το υαλοειδές υγρό είναι μία διάφανη ζελατινώδες ουσία που βρίσκεται στο εσωτερικό του οφθαλμού, ανάμεσα από τον κρυσταλλοειδή φακό και τον αμφιβληστροειδή και γεμίζει το πίσω μέρος του οφθαλμού υποστηρίζοντάς τον. Με την ηλικία, το υαλοειδές υφίσταται μεταβολές, ρευστοποιείται και κάποια στιγμή μπορεί να ξεκολλήσει από τον αμφιβληστροειδή. Αυτό ονομάζεται αποκόλληση υαλοειδούς, είναι αρκετά συχνή, τις περισσότερες φορές αβλαβής και όταν συμβεί παρουσιάζονται στην όραση λάμψεις, μαύρες κηλίδες ή κινούμενα σωματίδια. Σε κάποιες περιπτώσεις βέβαια μπορεί να δημιουργήσει ένα σχίσιμο στον αμφιβληστροειδή μέσω του οποίου μπορεί να περάσει υγρό και να τον ξεκολλήσει. Η κατάσταση αυτή ονομάζεται αποκόλληση αμφιβληστροειδή, είναι μια σοβαρή πάθηση του οφθαλμού, εκδηλώνεται συνήθως απότομα και ως σύμπτωμα εμφανίζεται «κουρτίνα» που καλύπτει μέρος του οπτικού πεδίου. Η αποκόλληση του υαλοειδούς δεν χρειάζεται θεραπεία καθώς ο εγκέφαλος συνηθίζει τα συμπτώματα στην όραση και μαθαίνει να τα αγνοεί. Το σχίσιμο (ρωγμή) του αμφιβληστροειδούς αντιμετωπίζεται με laserή κρυοπηξία. Η αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς αποκαθιστάται με χειρουργική επέμβαση και η όραση που θα ανακτηθεί εξαρτάται από την έκταση και τη διάρκεια της αποκόλλησης.

 

 ΔΙΑΒΗΤΙΚΗ ΑΜΦΙΒΛΗΣΤΡΟΕΙΔΟΠΑΘΕΙΑ

Η διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια είναι μια σοβαρή επιπλοκή του σακχαρώδη διαβήτη κατά την οποία, η παρατεταμένη υπεργλυκαιμία  προσβάλλει τα μικρά αιμοφόρα  αγγεία του αμφιβληστροειδή. Αν συμβεί αυτό, τα αγγεία μπορεί να αιμορραγήσουν, να διαρρεύσουν, ή να φράξουν  προκαλώντας μεταβολές στην όραση. Νέα παθολογικά αγγεία μπορεί επίσης να δημιουργηθούν και να επηρεάσουν την όραση. Στα αρχικά στάδιά της η νόσος μπορεί να μην εμφανίσει κάποιο σύμπτωμα, στη συνέχεια όμως η όραση σταδιακά ή απότομα θαμπώνει.  Διακρίνεται σε δύο τύπους.

 

 

 

    • Ο πρώτος είναι η μη παραγωγική αμφιβληστροειδοπάθεια κατά την οποία δημιουργείται ανώμαλη υπερπλασία των αγγείων, αιμορραγία ή διαρροή ορώδους υγρού. Σε επόμενο στάδιο της νόσου τα μικρά αγγεία φράζουν, ενώ τα μεγαλύτερα διαστέλλονται οδηγώντας σε αμφιβληστροειδική απόφραξη και μείωση της όρασης.
    • Ο δεύτερος τύπος είναι η παραγωγική αμφιβληστροειδοπάθεια  όπου εμφανίζονται τα νεοαγγεία (παθολογικά αγγεία), τα οποία αν δεν αντιμετωπιστούν έγκαιρα μπορεί να προκαλέσουν εκτεταμένες αιμορραγίες ή ελκτική αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς, με αποτέλεσμα την σταδιακή ή απότομη απώλεια της όρασης.

 

Υπάρχουν, παρόλα αυτά, διάφορες μέθοδοι αντιμετώπισης όπως θεραπείες με laser, ενδοϋαλοειδικές ενέσεις anti-VEGF ή υαλοειδεκτομή ανάλογα με το στάδιο της νόσου.

 

ΕΠΙΠΕΦΥΚΙΤΙΔΑ

Ο επιπεφυκότας είναι μια μεμβράνη η οποία καλύπτει τον βολβό εξωτερικά (το λευκό του ματιού) και τα βλέφαρα εσωτερικά, περιλαμβάνει πολύ λεπτά αγγεία και λιπαίνει την επιφάνεια του οφθαλμού.  Μετά από ερεθισμό ή φλεγμονή του επιπεφυκότα μπορεί να προκύψει επιπεφυκίτιδα. Η επιπεφυκίτιδα διακρίνεται σε 4 τύπους:

 

    • Την απλή βακτηριδιακή επιπεφυκίτιδα κατά την οποία συνήθως προσβάλλονται και οι δύο οφθαλμοί και συνοδεύεται από κοκκίνισμα του οφθαλμού, αίσθημα «καψίματος» ή άμμου στο μάτι και εκκρίσεις. Η απλή επιπεφυκίτιδαμπορεί να υποχωρήσει και μόνη της σε 10-14 ημέρες με εφόσον γίνονται πλύσεις για την υποχώρηση των εκκρίσεων. Διαφορετικά, η απλή επιπεφυκίτιδα αντιμετωπίζεται με αντιβιοτικά κολλύρια και αλοιφές.
    • Την ιογενή επιπεφυκίτιδα όπου στο 60% των περιπτώσεων επηρεάζονται και τα δύο μάτια, προκαλεί ερυθρότητα, εκκρίσεις, δυσφορία και φωτοφοβία, όπως επίσης μπορεί να συνοδεύεται και από φλεγμονές των αναπνευστικών οδών όπως φαρυγγίτιδα ή καταρροή. Η θεραπεία είναι ανάλογη του ιού και ακολουθείται φαρμακευτική αγωγή.
    • Την ξηρά επιπεφυκίτιδα που σχετίζεται με την ξηροφθαλμία, δηλαδή την έλλειψη υδατικού στοιχείου από τα δάκρυα.
    • Την αλλεργική επιπεφυκίτιδα, η οποία διακρίνεται σε επιπλέον μορφές:

 

 

    1. την εποχιακή αλλεργική επιπεφυκίτιδα (αλλεργική αντίδραση από μεταφερόμενους με τον αέρα αλλεργιογόνους παράγοντες όπως σκόνη, γύρη κ.α., τα συμπτώματα είναι ερυθρότητα, κνησμός, και δακρύρροια, χρειάζεται φαρμακευτική αγωγή),
    2. την οξεία αλλεργική επιπεφυκίτιδα (προκαλείται από μεγάλη ποσότητα αλλεργιογόνων που έρχονται σε επαφή με τον επιπεφυκότα, στις περισσότερες περιπτώσεις υποχωρεί μέσα σε λίγες ώρες και δεν απαιτείται ειδική θεραπεία.),
    3. την εαρινή επιπεφυκίτιδα (μία κοινή οφθαλμική φλεγμονή που γίνεται εντονότερη κατά την άνοιξη και το καλοκαίρι, τα κύρια συμπτώματα είναι έντονη φαγούρα στα μάτια, δακρύρροια, φωτοφοβία, αίσθημα ξένου σώματος και κάψιμο στα μάτια, επίσης, πολλές φορές εμφανίζονται βλεννώδεις εκκρίσεις και πτώση του άνω βλεφάρου, η θεραπεία περιλαμβάνει φαρμακευτική αγωγή με κολλύρια)
    4. και τέλος την επιπεφυκίτιδα με γιγάντιες θηλές (σχετίζεται με την λανθασμένη χρήση των φακών επαφής, συνήθως προσβάλλονται και τα δύο μάτια ενώ κύρια συμπτώματά της είναι η δακρύρροια, το έντονο κοκκίνισμα των ματιών, οι παχύρρευστες εκκρίσεις και η δημιουργία γιγάντιων θηλών, ιδιαίτερα στον επιπεφυκότα των άνω βλεφάρων, για τη θεραπεία της ακολουθείται φαρμακευτική αγωγή με κολλύρια και η απόχη από φακούς επαφής).

 

Σε πολλές περιπτώσεις η επιπεφυκίτιδα είναι μεταδοτική και απαιτείται η τήρηση των κανόνων υγιεινής για την αποφυγή τυχόν μετάδοσης.

 

ΒΛΕΦΑΡΙΤΙΔΑ

Βλεφαρίτιδα καλείται η φλεγμονή των βλεφάρων κατά την οποία το έλαιο που παράγεται από τους αδένες του βλεφάρου δεν παράγεται ομαλά, γίνεται παχύρευστο και αλλάζει η φυσιολογία του, έτσι, κλείνουν οι πόροι των αδένων, συσσωρεύεται το έλαιο στο χείλος των βλεφάρων και στις βλεφαρίδες και δημιουργούνται απομυζήματα που μοιάζουν με πιτυρίδα . Χωρίζεται σε δύο τύπους, την πρόσθια βλεφαρίτιδα που προσβάλλει την εξωτερική πλευρά του βλεφάρου και την οπίσθια βλεφαρίτιδα που επηρεάζει το εσωτερικό του βλέφάρου.

Τα συνήθη συμπτώματα περιλαμβάνουν:

 

    • ερεθισμό των βλεφάρων
    • φαγούρα
    • ερυθρότητα των οφθαλμών
    • αίσθηση ξένου σώματος
    • αίσθημα καύσου
    • υπερβολική δακρύρροια
    • φωτοφοβία
    • θολή όραση
    • αφρώδη δάκρυα
    • αποξήρανση των βλεφαρίδων μετά την αφύπνιση

 

Η πιο αποτελεσματική μέθοδος αντιμετώπισης της βλεφαρίτιδας περιλαμβάνει συνήθως:

 

    1. Ζεστές κομπρέσες
    2. Συνθετικά δάκρυα
    3. Αντιβιοτική αλοιφή κορτιζόνης
    4. Τοπική κυκλοσπορίνη (όπου δεν έχει βοηθήσει η αγωγή με τα συνθετικά δάκρυα)
    5. Κατάλληλη διατροφή

 

 

ΞΗΡΟΦΘΑΛΜΙΑ

Όταν δεν παράγονται δάκρυα με το σωστό ρυθμό ή όταν τα δάκρυα δεν είναι σωστής περιεκτικότητας στα στοιχεία τους και εξατμίζονται πολύ γρήγορα τότε συμβαίνει η ξηροφθαλμία.

Συνήθεις παράγοντες που προκαλούν την ξηροφθαλμία:

 

    • Οι αραιοί βλεφαρισμοί
    • Ορμονικές αλλαγές π.χ. εγκυμοσύνη, εμμηνόπαυση
    • Ατμοσφαιρική ρύπανση π.χ. καυσαέρια, σκόνη
    • Η έλλειψη Βιταμίνης Α
    • Κλιματολογικές συνθήκες εργασίας ή σπιτιού
    • Κακή διατροφή
    • Ορισμένα φάρμακα π.χ. αντισυλληπτικά, αντικαταθλιπτικά κ.ά.
    • Ορισμένες κατηγορίες νοσημάτων π.χ. σακχαρώδης διαβήτης, ρευματοειδής, αρθρίτιδα, εγκεφαλικό επεισόδιο κ.ά.
    • Πολύωρη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή
    • Η φυσική γήρανση του σώματος

 

Κυριότερα συμπτώματα της ξηροφθαλμίας:

 

    • Αίσθημα ξηρότητας στα μάτια
    • Αίσθηση ξένου σώματος
    • Έντονη φωτοφοβία
    • Κνησμό (φαγούρα)
    • Ερυθρότητα
    • Υπερβολική παραγωγή δακρύων ως αντανακλαστικό στην ξηρότητα
    • Θολή όραση που βελτιώνεται με τον βλεφαρισμό

 

Ως θεραπεία χρησιμοποιούνται τεχνιτά δάκρυα και λιπαντικά ή συνταγογραφούμενες οφθαλμολογικές σταγόνες κυκλοσπορίνης . Σε πιο βαριές μορφές ξηροφθαλμίας μπορεί να γίνει απόφραξη του δακρυϊκού σωληναρίου ή και χειρουργική επέμβαση.

 

ΧΑΛΑΖΙΟ

Το χαλάζιο είναι μια φλεγμονή του βλεφάρου η οποία προκαλείται από την απόφραξη των μεϊβομιανών αδένων στο χείλος του βλεφάρου. Σε αυτή την περίπτωση το βλέφαρο διογκώνεται, ερεθίζεται, κοκκινίζει ,ενοχλεί πολύ και στην αφή έχει μια αίσθηση σαν να έχει δημιουργηθεί ένα μικρό ‘μπαλάκι’.

Τα κυριότερα συμπτώματα είναι:

 

    • Βλεφαρικό οίδημα (με πύον ή χωρίς)
    • Πόνος
    • Ερυθρότητα
    • Διόγκωση βλεφάρου

 

Για την αντιμετώπιση του χαλάζιου μπορούν να χρησιμοποιηθούν:

 

    1. Ζεστές κομπρέσες
    2. Συνθετικά δάκρυα
    3. Κορτιζονούχο αντιβιοτικό

 

Μετά από αγωγή με τα παραπάνω και εφόσον το χαλάζιο επιμένει, αφαιρείται με χειρουργική επέμβαση ή υποβάλλεται σε αγωγή ενέσιμης κορτιζόνης τοπικά.